Παράξενο, κουραστικό και κάποιες φορές στενόχωρο να πακετάρεις παλιά μπουφάν και παντελόνια -στα οποία ούτε διαμελισμένος χωράς, πλέον- σκαλίζοντας για τελευταία φορά τις τσέπες πριν τα αποχωριστείς. Χωρίς να ξέρεις τι και γιατί το ψάχνεις, αφού έχουν πλυθεί και ξανακαθαριστεί αμέτρητες φορές, ούτε χνουδάκι, ούτε καν μισή κλωστή θα μπορούσε να επιβιώσει εντός τους.
Και ξάφνου σε ένα τζιν που μοιάζει διαμελισμένο, με ξέφτια να ζουν σε κάθε γωνιά του, με τόσα σκισίματα ολόγυρα -δουλειά του χρόνου, ποτέ δεν φόρεσα τρύπιο παντελόνι μα ποτέ δεν είναι αργά όπως πάνε τα πράγματα- ανακαλύπτεις οτι ζει ένα τόσο δα χαρτάκι λίγο πιο μεγάλο από ένα γραμματόσημο, ‘Νο 586, Δραχμές 40′ και μετά ξανά σιωπή, μάλλον -σίγουρα- εκεί ήταν τυπωμένο άλλο ένα μηδενικό. Ίσως δυο.
Πότε, πού, τι, με ποιόν, όλα άγνωστα. Δεν θυμόμουν καν πως είχα τέτοιο ρούχο. Εισιτήριο, για πού; Για Nits; Για το Fight Club; Σινεμά ο Παράδεισος; ή Dr Feelgood; Μάταιο να ψάχνεις, μάταιο να αραδιάζεις συνενόχους, μάταιο να στήνεις -τάχα μου- σκηνικά memorabilia, μάταιο και καθόλου ανακουφιστικό.
Δεν το πέταξα τελικά το κουρέλι. Το δίπλωσα -χαζοευλαβικά, αν είναι δυνατόν!- ρολό, στριμώχθηκε πίσω πίσω στο πατάρι της ντουλάπας, εκεί που μόνον εγώ έχω το θλιβερό προνόμιο να ανεβάζω και να κατεβάζω. Έβαλα πάρα πολύ προσεκτικά το αναπάντεχο εύρημα σε έναν φάκελο μαζί με άλλα άχρηστα (τόσο αδιάφορα που ως κι ο πιο παθιασμένος ρακοσυλλέκτης θα αρνιόταν να τους ρίξει έστω μισή ματιά ενώ εγώ τα προορίζω για την Μεγάλη μου ρεπροσπεκτίβα που κανέναν δεν θα αφορά) και έτσι σφράγισα μιαν ακόμη αμφιλεγόμενη νίκη απέναντι στον χρόνο και την φθορά. Ένα (ακόμη) κομμάτι μου επέζησε, σε πείσμα της αδύναμης -κι απρόθυμης να συνεργαστεί- μνήμης.
Κάποια μέρα, σε μια στιγμή αδυναμίας, θα ανοίξω αυτό το φάκελο -με ενόρκους ή χωρίς- και θα μου αποδείξω ότι ήμουν κι εγώ εκεί.